| 
View
 

vise

Page history last edited by gregorios pharmakis 17 years, 4 months ago

BACK

 

 

 

Ετυμολογία

μέγκενη < ισπανική, máquina
ή
μέγκενη < (αντιδάνειο) τουρκική mengene < ελληνιστική μάγγανον

 

Ουσιαστικό

μέγκενη θηλυκό

  1. μηχανισμός αποτελούμενος από δύο μεταλλικά ή ξύλινα σκέλη που καταλήγουν σε σιαγόνες και πλησιάζουν μεταξύ τους χάρη σε μια βίδα, έτσι ώστε να επιτρέπουν τη σταθεροποίηση ενός αντικειμένου πάνω στο οποίο θέλουμε να δουλέψουμε
  2. μηχανισμός για βασανιστήρια
  3. (μεταφορικά) κάτι που εμποδίζει

 

Γράφεται επίσης

 

 Μεταφράσεις

 

 

 

[ by alexios dallas. : vocabulary entry ] 

Comments (0)

You don't have permission to comment on this page.